Ευρωσύνθεση - Σχόλια και σύντομες αναλύσεις για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Εποχή πολιτισμικής ρευστότητας

Ο σύγχρονος άνθρωπος σε πολύ μεγάλο βαθμό λειτουργεί ως θεατής και είναι ευάλωτος στη χειραγώγηση.

Χρίστος Αλεξόπουλος

Εποχή πολιτισμικής ρευστότηταςΣτη σύγχρονη μεταβατική εποχή της παγκοσμιοποίησης και της μεγάλης σε όγκο παραγωγής αλλά και συνεχούς αναθεώρησης γνώσεων λόγω της ταχύτατης εξέλιξης της επιστήμης και της τεχνολογίας η διαμόρφωση ενός συστήματος αξιών μπορεί να προκύψει στο πλαίσιο της πλανητικής δυναμικής, που αυτά τροφοδοτούν. Μόνο σε αυτό το επίπεδο είναι εφικτή η αντιμετώπιση των παγκόσμιας εμβέλειας προβλημάτων (κλιματική αλλαγή, φτώχεια, πείνα, μετακινήσεις πληθυσμών, ανισόρροπη ανάπτυξη Βορρά-Νότου) καθώς και των επιπτώσεων στον κοινωνικό μετασχηματισμό των επιμέρους κοινωνιών, εξαιτίας της μεγάλης ρευστότητας που δημιουργείται. Αυτό βεβαίως ισχύει, εάν η γενικευμένη στόχευση είναι η διασφάλιση της βιωσιμότητας τόσο του πλανήτη όσο και της... παγκόσμιας κοινωνίας.
Το θέμα όμως είναι, ότι στη σύγχρονη εποχή οι κοινωνικές αξίες δεν διαμορφώνονται πλέον μέσα από διεργασίες στο πλαίσιο τοπικών κοινωνιών. Ήδη είναι σε εξέλιξη με σταδιακά εντεινόμενους ρυθμούς το φαινόμενο της μετατόπισης της παραγωγής κοινωνικών αξιών με καταναλωτική λογική στις ανεπτυγμένες κοινωνίες της γνώσης με υψηλό βαθμό τεχνολογικής και οικονομικής επάρκειας, αλλά και υψηλό βαθμό γεωπολιτικής ισχύος, οι οποίες μέσα από δικτυακή και ψηφιακή λειτουργία επικοινωνούν τα φορτία πληροφοριών και αξιών στο διεθνές πεδίο. Και αυτά είναι σε θέση να διαμορφώνουν κοινωνικές στάσεις και τρόπο ζωής. Η αναπαραγωγή παραδοσιακών αξιών, ιδιαιτέρως στις περιφερειακές κοινωνίες, έχει χαρακτήρα φολκλόρ χωρίς λειτουργική δυναμική. Tο πρώτο βήμα της επεκτατικής πολιτισμικής πολιτικής των κοινωνιών, οι οποίες κινούνται στον πυρήνα του παγκόσμιου γίγνεσθαι, έχει γίνει με τη δύναμη της εικόνας και τη λογική του θεάματος, τα οποία διαπερνούν τις σύγχρονες κοινωνίες.
Ακόμη και οι θρησκείες είναι σε φάση συρρίκνωσης της αξιακής τους επιρροής, στο μέτρο που οι κοινωνίες στηρίζουν τη δυναμική της εξέλιξης τους στην επιστημονική και τεχνολογική γνώση.
Και όλη αυτή τη ρευστότητα καλείται η ανθρωπότητα και ιδιαιτέρως ο ανεπτυγμένος κόσμος να την διαχειρισθεί και να της δώσει προοπτική στο πλαίσιο δημοκρατικών πολιτευμάτων κατά κύριο λόγο. Tίθεται όμως ένα καθοριστικής σημασίας ερώτημα.
Εάν η παραγωγή κοινωνικών αξιών έχει μετατοπισθεί από τις τοπικές και περιφερειακές κοινωνίες στις κοινωνίες, που κινούνται στον πυρήνα της οικονομικής, επιστημονικής και τεχνολογικής, αλλά και γεωπολιτικής υπεροχής, τότε ποίοι παράγοντες διασφαλίζουν την ευημερία και προοπτική των κοινωνιών, αλλά και την βιωσιμότητα των οικοσυστημάτων, τα οποία συνθέτουν την πλανητική πραγματικότητα?

Ο ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Η ταυτότητα των σύγχρονων πολιτισμικών εκδοχών οδηγεί στην σκέψη, ότι τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί, πως είναι σε θέση να διαφύγει της διαθεσιμότητας του στην ανθρώπινη υπόσταση. Αυτό βέβαια αντιφάσκει με την θρησκευτική σκέψη της μη διαθεσιμότητας στην ανθρώπινη λογική, αλλά και με τις κοσμικού τύπου προσπάθειες για επανεξέταση της αυτονομίας του ανθρώπου ως προς τη λήψη αποφάσεων, όχι για να την περιορίσουν, αλλά για να την αναγνωρίσουν ως χάρισμα.
Οι θρησκείες εναποθέτουν την απάντηση στα τελεολογικά ερωτήματα στην μεταφυσική σκέψη από το ένα μέρος και από το άλλο στην προσπάθεια τους να χαράξουν την πορεία προς την τελική τους στόχευση, δηλαδή ένα πλέγμα αναμενόμενης εσωτερικής στάσης και συμπεριφοράς από τους πιστούς, το οποίο διασφαλίζει την ισορροπία είτε στην ορατή πραγματικότητα της ζωής είτε στην μετά θάνατον προοπτική, ανάλογα βεβαίως με το πως την προσδιορίζει η κάθε θρησκεία.
Η ισορροπία αυτή αποκτά χαρακτηριστικά ενός συστήματος αξιών, το οποίο λειτουργεί στο ατομικό επίπεδο, όταν το κοινωνικό σύστημα συνολικά συνδιαλέγεται λειτουργικά με τη θεσμική έκφραση της θρησκείας, την εκκλησία ή όποιο άλλο οργανωμένο μόρφωμα. Συγκεκριμένα το θρησκευτικό σύστημα αξιών αποκτά κοινωνική δυναμική, όταν προωθεί την κοινωνική συνοχή, όπως αυτή οριοθετείται όμως από την εκάστοτε ισορροπία των επιμέρους κοινωνικών συστημάτων στην πραγματικότητα. Τα συστήματα δε αυτά είναι αρκετά, από το οικονομικό και της απονομής δικαίου, μέχρι το πολιτικό και πολλά άλλα. Αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να καλύπτει ανάγκες της κοινωνίας στο σύνολο της. Ιδιαιτέρως μάλιστα στη σύγχρονη εποχή της παγκοσμιοποιημένης  πραγματικότητας πρέπει να είναι σε θέση να διευρύνει το αξιακό της σύστημα η όποια θρησκεία, ώστε να μπορέσει να αποτελέσει επικοινωνιακό εταίρο στις κοινωνίες. Η διεύρυνση αυτή είναι εφικτή, εάν η πολυπολιτισμικότητα και το διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης, που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, καθώς και η προοπτική σύγκλισης που ακολουθεί μετά τη διαπολιτισμική ανταλλαγή, γίνουν αντικείμενο εσωτερικών διεργασιών στις διάφορες θρησκευτικές θεωρήσεις. Μόνο έτσι θα διαμορφωθούν νεοί κώδικες επικοινωνίας και περιεχόμενα με ρεαλισμό και ο θρησκευτικός λόγος θα ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες χωρίς τους δογματισμούς και τους συμβολισμούς της μέχρι τώρα ιστορικής διαδρομής.
Στις κοινωνίες της γνώσης και της ταχύτατης ροής του χρόνου η στατικότητα της ιστορίας των θρησκειών δεν είναι λειτουργικό στοιχείο. Η εμβέλεια του θρησκευτικού λόγου συρρικνώνεται και η κοινωνική του δυναμική εξαντλείται στην παροχή υπηρεσιών στα κοινωνικά συστήματα, τα οποία έχουν αποφασιστικό ρόλο και λόγο στο πραγματικό γίγνεσθαι τόσο σε εθνικό όσο και σε πλανητικό επίπεδο.
Ιδιαιτέρως σε μια εποχή, στην οποία τα προβλήματα θέτουν κάθετα ερωτήματα σε σχέση με την ύπαρξη όχι μόνο του ανθρώπινου είδους αλλά και του πλανήτη και της ύπαρξης ζωής πάνω σε αυτόν, οι θρησκείες, εάν δεν μπορέσουν να προβάλλουν ένα σύγχρονο σύστημα αξιών, το οποίο υπερβαίνει την ατομική στάση και συνείδηση σε σχέση με μεταφυσικές αναζητήσεις, σταδιακά θα ακολουθήσουν μια φθίνουσα πορεία σε σχέση με τον ρόλο τους στις κοινωνίες.
Στο πλαίσιο μάλιστα της κοινωνίας του θεάματος και των μεγάλων αλλαγών, τις οποίες επέφεραν η εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας, οι θρησκείες έχουν μια πρόσθετη δυσκολία να αντιμετωπίσουν. Πρέπει να προσεγγίσουν έναν άνθρωπο, ο οποίος όλο και περισσότερο απομακρύνεται από την αρχαϊκή σκέψη και τη μυθοπλασία, όπως την ανέδειξε ο Claude Levi-Strauss, ενώ αξιοποιεί την επιστημονική σκέψη και γνώση για να ερμηνεύσει, κατανοήσει και μετασχηματίσει την πραγματικότητα. Τέλος ο πραγματισμός, ο οποίος χαρακτηρίζει τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος κατά κύριο λόγο, αλλά και του πολιτικού σε σημαντικό βαθμό, δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στο θρησκευτικό λόγο και το σύστημα αξιών που αυτός κηρύσσει.
Οι κοινωνίες, οι οποίες βασίζονται στην αγορά, ως προς τα εσωτερικά τους με δομικές επιρροές χαρακτηριστικά, είναι κοσμικές, υλιστικές και με λογική σχετικότητας των φαινομένων.

ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΚΙΝΔΥΝΕΥΣΗΣ

Η παγκόσμια οικονομική κρίση μας ωθεί να σκεφθούμε, εάν οι λαοί, όταν η οικονομία εισέλθει πάλι σε τροχιά ανάπτυξης, θα επιστρέψουν αποφασιστικά στον καταναλωτισμό ή θα αξιοποιήσουν την κρίση για να σκεφτούν, ότι ίσως θα μπορούσαν να ακολουθήσουν έναν άλλο τρόπο ζωής.
Η σύγχρονη κοινωνία οφείλει την ευημερία της στη συνεχή δημιουργία νέων αναγκών. Η διαλεκτική της κοινωνίας της αφθονίας βασίζεται πλέον στην ικανοποίηση των απαραίτητων για τη ζωή αναγκών με συνεχή διαμόρφωση νέων σύμφωνα με τον John K. Calbraith.
Έχει λησμονηθεί το αυτονόητο, ότι η βιωμένη ζωή έχει νόημα από μόνη της, αρκεί να καλύπτονται οι θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες. Σε αυτές σίγουρα ανήκουν η στοιχειώδης ασφάλεια, η στέγαση, ο επισιτισμός και η ένδυση σε επαρκή βαθμό, η απαραίτητη εκπαίδευση τόσο για την εργασιακή επάρκεια όσο και για την ανάπτυξη της σκέψης.
Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της λογικής του καταναλωτισμού είναι ο τομέας του παιδικού παιχνιδιού σε σχέση με την παιδική ανάπτυξη.
Σύμφωνα με ιθύνοντες της βιομηχανίας παιχνιδιών (πολυεθνική “Toys R. US.”) δεν πρόκειται να συμβούν επαναστατικές αλλαγές στον τομέα του παιχνιδιού για αρκετούς λόγους.
Πρώτον, το ηλεκτρονικό κύμα θα συνεχίσει να μπαίνει στα παιδικά δωμάτια, η γενικότερη κατεύθυνση της εξέλιξης οδηγεί προς τα εκεί και τα παιδιά έχουν μια φυσική έλξη με την τεχνική. Δεύτερον, κερδίζουν έδαφος επιμορφωτικά παιχνίδια, διότι προφανώς οι γονείς προβληματίζονται για την ενίσχυση των παιδιών τους από τα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας. Τρίτον, θα διαφοροποιούνται συνεχώς οι κλασικοί παιδικοί κόσμοι, όπως η “Barbi” σε νέα εκδοχή. Τέταρτον, η επιτυχία παιχνιδιών στο μέλλον θα εξαρτάται από το κατά πόσο θα συνοδεύονται με ένα κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο, ένα βιβλίο, προϊόντα όπως σεντόνια, πιτζάμες ή περιοδικά για την καλύτερη εμπορική τους διακίνηση.
Αυτή η στρατηγική σημαίνει, ότι η λειτουργικότητα των παιχνιδιών δεν υπηρετεί τις ανάγκες του παιδιού και ένα ανθρωποκεντρικό σύστημα αξιών, αλλά τις ανάγκες του οικονομικού συστήματος και την αύξηση του κέρδους στο πλαίσιο συνδυασμών εμπορικού-επικοινωνιακού χαρακτήρα (φίλμ, περιοδικά, παιχνίδια) για την γενικότερη προώθηση προϊόντων. Τα παιδιά εκπαιδεύονται για να γίνουν καλοί καταναλωτές. Τα παιχνίδια δεν καλύπτουν τις ανάγκες τους. Όλα τα παιδιά αρχίζουν από το μηδέν και πρέπει να μάθουν να ομιλούν, να μπουσουλάνε, να περπατούν, να παίζουν με τη μπάλα. Μετά από αυτά αρχίζει η φάση του συμβολικού παιχνιδιού, στο πλαίσιο του οποίου τα παιδιά ηλικίας 5-10 ετών έρχονται σε επαφή με ρόλους, που παίζουν. Αυτή η φάση είναι πολύ σημαντική για την ανάπτυξη των παιδιών, τα οποία όμως αυτή την περίοδο εκείνοι που κάνουν μάρκετιγκ για τις βιομηχανίες τα θεωρούν “νέους καταναλωτές”, ενώ αυτή “η μέση παιδική ηλικία” μπορεί να είναι πολύ καρποφόρος για την πνευματική και δημιουργική ανάπτυξη.
Όμως τα παιδιά, στην εποχή που διανύουμε, χάνουν χρόνια δημιουργικού παιχνιδιού, στα οποία θα μπορούσαν να αποκτήσουν αίσθηση των ικανοτήτων τους, πάνω στις οποίες θα στηρίξουν την ανεξαρτησία τους, θα επιχειρήσουν να επιλύσουν με θετικό τρόπο προβλήματα και να προσδώσουν νόημα στην περιβάλλουσα πραγματικότητα.
Αυτά τα χρόνια είναι απαραίτητα για την ωρίμανση και την ανάπτυξη της νοητικής ικανότητας, ώστε να μεταβούν ομαλά στην ενηλικίωση.
Η “μέση παιδική ηλικία” όμως χάνεται, διότι οι έμποροι και οι κατασκευαστές παιχνιδιών γίνονται όλο και πιο επιθετικοί για την προώθηση των προϊόντων τους, με αποτέλεσμα τα παιδιά υφιστάμενα καθοριστική για την ανάπτυξη τους φθορά να μετατρέπονται σε καλούς καταναλωτές.
Με την πάροδο των ετών και την ενηλικίωση το πνεύμα του καταναλωτισμού συμπληρώνεται με τον ατομικισμό και την ανταγωνιστική λογική, ως βασικές προϋποθέσεις για την δυνατότητα ικανοποίησης της ανάγκης πλέον για συσσώρευση καταναλωτικών αγαθών. Με αυτό τον τρόπο και το οικονομικό σύστημα αναπαράγεται και αναπτὐσσεται περισσότερο και το άτομο ανταποκρίνεται στις επιταγές της κοινωνίας του θεάματος και της αφθονίας. Μόνο με αυτή τη συνταγή το παιδί ως ενήλικας πλέον μπορεί να κατακτήσει αυτά, που συνθέτουν την επιτυχία και την κοινωνική άνοδο.
Βασική προϋπόθεση όμως για να απολαύσει ο σύγχρονος άνθρωπος τα υλικά αγαθά της υπερκατανάλωσης και όχι μόνο είναι η ύπαρξη ενός ασφαλούς κλίματος και ηρεμίας στην κοινωνία, που τον περιβάλλει και στην πλανητική κοινωνία στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Αυτό όμως στη σύγχρονη μεταβατική εποχή, που όλα αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα, είναι ζητούμενο, διότι το άτομο πρέπει να διαθέτει έναν ισχυρό ορθολογικό αμυντικό μηχανισμό για να αντέξει την πλημμυρίδα των κινδύνων, υπαρκτών και μη.
Η κοινωνία της γνώσης δεν χαρακτηρίζεται για τις καθαρές επιστημονικές απαντήσεις σε κάθε ερώτημα, αλλά για την δυνατότητα να θέσει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με μια ποικιλία θέσεων, οι οποίες καθιστούν πιο δύσκολη τη λήψη αποφάσεων. Από το άλλο μέρος ο απλός άνθρωπος, όταν δεν μπορεί να αντιληφθεί και να κατανοήσει την πραγματικότητα, παραμένει αδρανής και συνήθως δεν κάνει το παραμικρό.
Η σύγχρονη έρευνα παράγει μια πληθώρα νέων ερωτημάτων και αβεβαιοτήτων. Παρά την κριτική που ασκείται μερικές φορές, ότι υπαγορεύει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, η επιστημονική έρευνα μας τροφοδοτεί με ένα πλήθος δεδομένων, αφήνει όμως τη λήψη της απόφασης στον ενδιαφερόμενο.
Το πρόβλημα επικεντρώνεται περισσότερο στην εμπιστοσύνη. Αυτό που πείθει, δεν είναι αναγκαστικά τα καλύτερα επιχειρήματα αλλά η πειστικότητα, με την οποία παρουσιάζονται.
Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι, ότι στο σκληρό επικοινωνιακό ανταγωνισμό πωλούνται καλύτερα τα πρωτοσέλιδα παρά οι νηφάλιες περιγραφές. Γι’αυτό γενικεύονται μεμονωμένα γεγονότα, ενώ εφήμερες γνώσεις αναγορεύονται σε σημαντικούς κινδύνους, διότι τίποτε άλλο δεν είναι  πιό εύκολα εκμεταλλεύσιμο οικονομικά και πολιτικά παρά μια ομαδική αίσθηση πανικού και φόβου. Για την πρόκληση του φόβου υπάρχουν συγκεκριμένες αιτίες, όμως η αντίδραση είναι συνήθως υπερβολική. Η ανησυχία υποστασιοποιείται και προσθέτει νέες φοβίες.
Στη σύγχρονη πραγματικότητα οι άνθρωποι είναι αρκετά φοβισμένοι. Όχι μόνο διότι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης παρουσιάζουν την πραγματικότητα με φοβικό τρόπο, αλλά και διότι ο σύγχρονος κόσμος παράγει προβλήματα και καταστάσεις, οι οποίες απειλούν όχι μόνο τον άνθρωπο, αλλά και κάθε άλλο είδος.
Σίγουρα και στο παρελθόν οι άνθρωποι φοβόντουσαν τις μάγισσες και την κόλαση στο πλαίσιο της αρχαϊκής σκέψης και της μυθοπλασίας, που τους χαρακτήριζαν. Όμως η τεράστια εξέλιξη της τεχνολογίας και ιδιαιτέρως της ψηφιακής πολλαπλασιάζουν την δυνατότητα χειραγώγησης και ελέγχου της κοινωνικής δυναμικής από επιμέρους κοινωνικά συστήματα και κυρίως το πολιτικό.
Τις περισσότερες φορές πίσω από κάθε φαινόμενο μαζικών φόβων είναι η πολιτική παράμετρος. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα συναισθήματα μετατρέπονται σε εργαλεία για την άσκηση εξουσίας. Όποιος φοβάται δεν εξανίσταται τόσο γρήγορα και υποστηρίζει τους πολιτικούς, οι οποίοι υπόσχονται την επίλυση των προβλημάτων.
Ο φόβος και η αίσθηση κινδύνου είναι πολιτικά εργαλεία, με τα οποία οι πολιτικοί μπορούν να ανεβάζουν το δείκτη νομιμοποίησης τους και το κύρος τους.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΕΧΝΗ

Ένας από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της “Σχολής της Φραγκφούρτης”, ο κοινωνιολόγος και φιλόσοφος Theodor Adorno, έγραφε το 1969 στην “Αισθητική Θεωρία'”, ότι “είναι αυταπόδεικτο, πως τίποτα που να αφορά στην τέχνη δεν είναι αυταπόδεικτο, ούτε η εσωτερική της ζωή, ούτε η σχέση της με τον κόσμο, ούτε καν το δικαίωμα της να υπάρχει”.
Προφητικά λειτουργώντας στις λίγες αυτές γραμμές προδιέγραψε την πορεία της τέχνης στο τέλος του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 60 και τον μοντερνισμό, ο οποίος κυριαρχούσε, άρχιζε η μετάβαση στη σύγχρονη πραγματικότητα, η οποία οριοθετείται από την εμφάνιση τόσο πολλών στυλ, ώστε η ιδέα ενός κινήματος δεν είχε πια σημασία. Η δεκαετία του 1980 και κυρίως το δεύτερο μισό της είναι περίοδος κυριαρχίας του απόλυτου πλουραλισμού.
Η παγκοσμιοποίηση και η αξιοποίηση της τεχνολογίας και κυρίως της πληροφορικής σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας επέδρασαν καθοριστικά και στο χώρο της τέχνης. Από το ένα μέρος ο νοητικός χώρος, ο οποίος δημιουργείται στο διαδίκτυο, διαμόρφωσε μια χαοτική κατάσταση στο χώρο της έκφρασης, από την οποία αναδύονται μορφές και συνθέσεις, οι οποίες είναι απότοκοι της κοινωνίας της πληροφορίας και των νέων σχέσεων, που επέβαλε στην ανθρώπινη ύπαρξη. Ο Nicolas Bourriand στο εισαγωγικό του σημείωμα για την έκθεση Outlook, η οποία έγινε στην Αθήνα στο πλαίσιο της Ολυμπιάδας του 2004, με τίτλο “Παγκοσμιοποίηση και σύγχυση – ο κόσμος της τέχνης στην εποχή της οθόνης”, επισημαίνει, ότι “η παγκοσμιοποίηση της τέχνης ακολουθείται από τη χειραγώγηση, τη διαφοροποίηση και την ικανότητα επεξεργασίας των πληροφοριών. Ποιός είναι ο κύριος του φαντασιακού: Η πληροφορία. Το μεγάλο στοίχημα της τέχνης στην αρχή του 21ου αιώνα είναι οι καλλιτέχνες να ξαναπάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της πληροφορίας και να ξαναδουλέψουν πάνω στις μορφές της”.

Η ανισορροπία που έχει επέλθει, σε ό,τι αφορά την προσέγγιση της πραγματικότητας στο επίπεδο της τέχνης με την μετάβαση στην εποχή της πληροφορίας, είναι συγκλονιστική και διαμορφώνει συνθήκες πλήρους ρευστότητας. Δεν υπάρχουν σταθερά σημεία αναφοράς, ενώ οι αξίες αναιρούνται συνεχώς, καθώς η επιστήμη και η τεχνολογία εξελίσσονται με μεγάλη ταχύτητα, ενώ η ίδια η χωροχρονική αναφορά του καλλιτέχνη συνεχώς διευρύνεται. Ο πολιτισμός παγκοσμιοποιείται και αναιρούνται τα εθνικά και τοπικά χαρακτηριστικά της δημιουργίας. Από το άλλο μέρος ο καταναλωτισμός, που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη κοινωνία, μεταλλάσει την αισθητική εμπειρία σε οικονομική εμπειρία. Η αισθητική αξία γίνεται αποδεκτή και αποκτά οντότητα από τη στιγμή, που εμπεριέχει ανταλλακτική αξία. Η ρευστότητα επικρατεί. Το έργο τέχνης ακολουθεί παράλληλη λογική με αυτήν της μόδας. Αποκτά χρηστική αξία.
Η μοναδικότητα, το ανεπανάληπτο ενός έργου τέχνης αμβλύνονται σε τέτοιο βαθμό, ώστε αναιρούνται. Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι πια μια μορφή αυτοκατανάλωσης, η οποία μπορεί να έχει επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα. Με αυτή την έννοια η διαφορά μεταξύ ενός
βιομηχανικού προϊόντος και ενός έργου τέχνης εδράζεται στο ότι στην βιομηχανική παραγωγή δεν υπάρχει ανάληψη ευθύνης από έναν δημιουργό ως προς την επιλογή διάθεσης του στο κοινό, ενώ στη σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία επιλέγει ο καλλιτέχνης αυτό, που θα εκτεθεί.
Είναι σαφές, ότι στην τέχνη κυριαρχούν η ρευστότητα, η συνεχής αναίρεση των αξιών και των εθνικών και τοπικών χαρακτηριστικών της δημιουργίας καθώς και η μετάλλαξη της αισθητικής σε οικονομική εμπειρία. Ουσιαστικά η τέχνη σχετικοποιείται σε βαθμό, που η εσωτερική της δυναμική μετατρέπεται σε κινούμενη άμμο.

ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΑΞΙΑ ΤΟ ΘΕΑΜΑ

Εάν στην τέχνη επέφεραν δυναμικές αλλαγές τα προϊόντα της τεχνολογικής εξέλιξης στον οπτικοακουστικό τομέα, δεν έμειναν στο απυρόβλητο το σύνολο των κοινωνικών συστημάτων και κυρίως τα μέσα επικοινωνίας και η σχέση τους με το συλλογικό υποκείμενο, τα μέλη των κοινωνιών. Κυριαρχεί η εικόνα και η αίσθηση που αυτή προκαλεί, ενώ τίθεται σε δεύτερο επίπεδο ο λόγος με την έννοια του ορθολογισμού και της κριτικής διάστασης, που μπορεί να έχει. Αρχικά πρέπει να επισημανθεί, ότι η δημοσιότητα πλέον κυριαρχείται από τα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής επικοινωνίας. Τα κοινωνικά συστήματα, τόσο μεταξύ τους όσο και με τους πολίτες, επικοινωνούν με κύριο εργαλείο την εικόνα. Είτε αυτό είναι τηλεόραση είτε άλλες μορφές ηλεκτρονικής, ψηφιακής επικοινωνίας, η ατομική ή η κοινή γνώμη διαμορφώνεται με βάση την εικόνα και τη δυνατότητα της να αποτυπώνει σε μια οθόνη το πληροφοριακό φορτίο, το οποίο επιλέγει ο πομπός του. Η πραγματικότητα ή ακόμη καλύτερα αυτό το τμήμα της, το οποίο μπορεί να χωρέσει στην εικόνα, αποτυπώνεται στο μέσο επικοινωνίας και καταναλώνεται από τον αποδέκτη.
Επειδή δε ο χρόνος στη σύγχρονη πραγματικότητα έχει πολύ μεγάλη ταχύτητα, με την έννοια ότι η περιεκτικότητα του σε περιεχόμενο έχει αυξηθεί, ενώ μειώνεται η διάρκεια ισχύος των πληροφοριών, που το συγκροτούν, οι πολίτες καταναλωτές της εικονικής επικοινωνίας δεν προλαβαίνουν να επεξεργαστούν νοητικά την πληθώρα των αποσπασματικών χωρίς ορθολογική αξιολόγηση εικόνων, οι οποίες παρατίθενται χωρίς σταματημό.
Αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας είναι είτε η άκριτη κατανάλωση των πληροφοριών είτε η μονόπλευρη ή στοχευμένη παρουσίαση και ερμηνεία των εικονικά αποτυπωμένων πληροφοριών από το σύστημα, το οποίο συγκροτούν τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας (Μ.Μ.Ε.). Αυτό το φαινόμενο οδηγεί στην προσέγγιση της πραγματικότητας από τους πολίτες-μέλη ενός κοινωνικού συστήματος ως θεάματος.
Ο σύγχρονος άνθρωπος σε πολύ μεγάλο βαθμό λειτουργεί ως θεατής και είναι ευάλωτος στη χειραγώγηση. Αυτό ακριβώς εκμεταλλεύεται το πολιτικό σύστημα για την αναπαραγωγή κατεστημένων δομών ή την επιβολή συγκεκριμένων συμφερόντων. Σε πλανητικό δε επίπεδο στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και της ύπαρξης πλέον ανοικτών με πολυπολιτισμικά χαρακτηριστικά κοινωνιών προωθείται από ισχυρές γεωπολιτικά και οικονομικά χώρες, οι οποίες έχουν ανεπτυγμένη τη βιομηχανία του θεάματος, η πολιτισμική επικυριαρχία σε παγκόσμιο επίπεδο. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Το θέαμα από μέσο έχει αποκτήσει τέτοιο ειδικό βάρος, ώστε το ίδιο λειτουργεί ως αξία. Κατ’επέκταση και ό,τι βασίζεται στη λογική του θεάματος, αποκτά γενικευμένη επιρροή, η οποία προωθείται ακόμη περισσότερο, εάν συμβάλλει και στην εμπορική και οικονομική ανάπτυξη. Δεν είναι καθόλου τυχαία η εμβέλεια της μόδας και των προτύπων, τα οποία διαχέονται στις κοινωνίες από τη βιομηχανία του θεάματος. Το “Star System” στον κινηματογράφο, στη μουσική και στον αθλητισμό κινείται με αυτή τη λογική και στόχευση. Η αποδοχή του θεάματος ως βασικής αξίας στις σύγχρονες κοινωνίες σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια χρόνου για το άτομο και την έλλειψη μεθοδολογικού εργαλείου για την σφαιρική ανάλυση του περιεχομένου του θεάματος από αυτό, διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό την καθοδήγηση της κοινωνικής εξέλιξης, χωρίς να προκαλούνται δυναμικές ανατροπών.
Το άτομο εθίζεται στην ταύτιση είτε με τα πρότυπα είτε με τον διεκπεραιωτή ή σχολιαστή του εικονικού μηνύματος χωρίς την κριτική προσέγγιση, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διαμόρφωση αυτόνομης γνώμης. Στην εποχή της γνώσης και του ορθολογισμού, ο οποίος στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού παίρνει χαρακτηριστικά ψυχρού πραγματισμού και ανταγωνιστικού πνεύματος, καλλιεργείται στις κοινωνικές μάζες από τα Μ.Μ.Ε. μια νέας μορφής κουλτούρα των ειδώλων, στα οποία οι μάζες προβάλλουν, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους, το προσωπικό όνειρο, προκειμένου να το βιώσουν έστω και εικονικά.
Το λυπηρό είναι, ότι σε αρκετά Μ.Μ.Ε. ευδοκιμεί σε σημαντικό βαθμό η δικτατορία της πνευματικής μετριότητας και το καταναλωτικού χαρακτήρα σύστημα πολιτισμικών αξιών. Οι κοινωνίες πρέπει να συνειδητοποιήσουν αυτό που χάνεται και αυτό που τις υποβαθμίζει, μετατρέποντας τα μέλη τους σε απλούς διεκπεραιωτές εμπορικών προϊόντων, τα οποία αποστερούν από τους καταναλωτές τους την δημιουργική διάσταση της προοπτικής στο χρόνο. Σβήνουν και αυτοί μαζί με την υλική φθορά των πραγμάτων. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι αρκούντως τραγική, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτισμού.

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Είναι σαφές, ότι η κατάσταση ρευστότητας στο αξιακό πεδίο του σύγχρονου πολιτισμού έχει πολλές διαστάσεις. Κατ’αρχήν παρατηρείται αδυναμία του θρησκευτικού λόγου να προβάλλει ένα σύστημα αξιών, το οποίο υπερβαίνει την ατομική στάση και συνείδηση σε σχέση με μεταφυσικές αναζητήσεις, δογματισμούς και συμβολισμούς της μέχρι τώρα ιστορικής διαδρομής. Ένα σύστημα, το οποίο αντιμετωπίζει κοινωνικές διεργασίες χωρίς αναζήτηση λύσεων τελεολογικού χαρακτήρα.
Η τεράστια εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των προϊόντων τους στην καθημερινότητα επιτάχυνε πάρα πολύ τη δυναμική της εξέλιξης, με αποτέλεσμα ο χρόνος να είναι ανεπαρκής και να δημιουργείται ένα πλήθος νέων ερωτημάτων και αβεβαιοτήτων σε σχέση με τη λήψη αποφάσεων.
Παραλλήλως η αξιοποίηση της εικόνας και της λογικής του θεάματος, ως μέσων για την καθοδήγηση της κοινωνικής δυναμικής, οδηγούν στον ετεροπροσδιορισμό του ατόμου και διευκολύνουν τη μετατροπή του σε άκριτο καταναλωτή. Τα προϊόντα δε, που καταναλώνει, δεν απαντούν σε θεμελιώδεις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος. Έχει κυριαρχήσει δε η αναγνώριση ακόμη και αισθητικών αξιών από τη στιγμή, που αποκτούν ανταλλακτική αξία.
Τέλος η μετατόπιση του κέντρου βάρους παραγωγής αξιών στις χώρες με επιστημονική, τεχνολογική, οικονομική και γεωπολιτική υπεροπλία προοπτικά δρομολογεί την ισοπέδωση της πολυπολιτισμικότητας.
Αυτή η ζοφερή πραγματικότητα προδιαγράφει τη σταδιακή μετάβαση σε ένα μονοδιάστατο κόσμο, στον οποίο το άτομο στο πλαίσιο των κοινωνικών του ρόλων θα υπηρετεί ανάγκες, που δημιουργούν από το ένα μέρος το ή τα συστήματα αναφοράς του ατόμου και από το άλλο η λογική του θεάματος ως μέσου κοινωνικής καταξίωσης και προώθησης του καταναλωτισμού.
Με ένα τέτοιο αξιακό πλαίσιο σε παγκόσμιο επίπεδο θα μείνουν χωρίς προοπτική αειφορικής αντιμετώπισης τα πλανητικά προβλήματα της κλιματικής αλλαγής, της φτώχειας, της πείνας, της μετακίνησης πληθυσμών, της ανισόρροπης ανάπτυξης Βορρά-Νότου. Επίσης τόσο οι επιμέρους κοινωνίες όσο και η πλανητική θα αντιμετωπίσουν προβλήματα συνοχής, διότι δημιουργείται ένα δομικό πρόβλημα στη δυναμική της εξέλιξης.

Η διαχείριση της σύγχρονης πολύπλοκης πραγματικότητας, η οποία συνεχώς θα αυξάνεται στην προοπτική του χρόνου, θα είναι πολύ δύσκολη, εάν οι κοινωνίες συνεχίσουν να στηρίζονται σε καταναλωτές και όχι σε πολίτες, οι οποίοι είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται νοητικά και με εργαλείο τον ορθολογισμό να επεξεργάζονται την πληθώρα των παραγόμενων δεδομένων, ώστε να είναι εφικτή η συμπόρευση τους προς το μέλλον.

Εάν τα άτομα δεν είναι σε θέση να λειτουργούν ως υποκείμενα, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για κοινωνική αποσταθεροποίηση. Αυτό σημαίνει, ότι προοπτικά δεν συμβιβάζεται η διαχείριση της σύγχρονης και μελλοντικής κοινωνίας της γνώσης με την λογική του θεάματος. Η κυβερνησιμότητα στο πλαίσιο της δημοκρατίας δεν μπορεί να βασίζεται σε ανθρώπους βιολογικές μηχανές, εκτός εάν οι κοινωνίες επιλέξουν να αποδεχθούν ένα οργανωτικό μοντέλο, το οποίο θα στηρίζεται στην ελίτ της γνώσης για τη λήψη των αποφάσεων και τη μάζα των υποτακτικών, οι οποίοι θα παρέχουν την αναγκαία νομιμοποίηση. Μόνο που σε μια τέτοια περίπτωση θα είναι δύσκολη η ανάπτυξη κοινωνικής δυναμικής αντίστοιχης της ταχύτητας, με την οποία κινείται ο χρόνος. Και αυτό θα σήμαινε οπισθοδρόμηση και αποσύνθεση του όλου οικοδομήματος.
Στην Ευρώπη δε και στις χώρες με προερχόμενους από την Ευρώπη πληθυσμούς (Βόρεια Αμερική, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία), οι κοινωνίες είναι γηράσκουσες. Ο μέσος όρος ηλικίας είναι από 35 έως 41 ετών. Αυτό είναι ένα επιπλέον πρόβλημα, διότι αυτές οι κοινωνίες και ιδιαιτέρως η Ευρώπη που μας αφορά, δεν θα είναι σε θέση να ανανεώσουν τον πληθυσμό τους και θα εξαρτώνται από την είσοδο μεταναστών. Οπότε προκύπτουν περισσότερα προβλήματα σε σχέση με την κοινωνική συνοχή. Ταυτοχρόνως δε θα συρρικνώνεται συνεχώς η δυνατότητα αυτών των χωρών να παίξουν αποφασιστικό ρόλο σε γεωπολιτικό επίπεδο λόγω της μείωσης της ποσοστιαίας συμμετοχής τους στον παγκόσμιο πληθυσμό. Το 1950 το 29 % των κατοίκων της γης ζούσαν στην Ευρώπη ή στο “Νέο Κόσμο” (Η.Π.Α., Καναδά, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία), στις οποίες είχαν μεταναστεύσει πολλοί Ευρωπαίοι. Τώρα το ποσοστό έχει πέσει στο 17 % και σύμφωνα με προγνώσεις του Ο.Η.Ε. μέχρι το 2050 θα κατέβει στο 12 % (δεν υπολογίζονται οι μετανάστες).
Ίσως ήλθε η ώρα για την επιτάχυνση των διεργασιών σε σχέση με τις αναγκαίες σε πλανητικό επίπεδο υπερβάσεις, ώστε να ολοκληρωθεί η μεταβατική εποχή της πολιτισμικής ρευστότητας, την οποία διανύει η πλανητική κοινωνία και να αρχίσει μια νέα εποχή. Μια εποχή, η οποία θα χαρακτηρίζεται από την αειφορική της προοπτική και τον κοινωνικό ανθρωπισμό.

Η συνεχής παραγωγή γνώσεων και δεδομένων, τα οποία διαρκώς αναθεωρούνται και η κατ’επέκταση άνοδος του δείκτη πολυπλοκότητας της πραγματικότητας έχουν οδηγήσει στην αποστασιοποίηση του συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, των τεχνολογικών μέσων και των ρόλων, οι οποίοι εγγυώνται την λειτουργία του, σε σχεδόν απόλυτο βαθμό. Αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών, είναι η οριοθέτηση της ανθρώπινης καθημερινότητας από τις ανάγκες της συστηματικής λειτουργίας και όχι από τις θεμελιώδεις ουσιαστικές ανάγκες του ανθρώπου τόσο ως ατόμου όσο και ως συλλογικού υποκειμένου σε ένα δοσμένο φυσικό περιβάλλον.
Στον αντίποδα αυτής της συστημικής ασφυξίας ο κοινωνικός ανθρωπισμός θα δρομολογήσει συνθήκες ισορροπίας. Πρώτον θα ισορροπήσει τη σχέση ατομικού και συλλογικού υποκειμένου, ώστε η δυναμική της εξέλιξης να υπηρετεί την κοινωνική δικαιοσύνη και το άτομο-φορέα ρόλων στα διάφορα κοινωνικά συστήματα (εργασιακό, ελεύθερου χρόνου, οικογένεια κ.λ.π.).
Επίσης την ατομική και συλλογική ανθρώπινη βούληση και ελευθερία με την παραγόμενη επιστημονική γνώση στο πεδίο των τεχνολογικών εφαρμογών, οι οποίες οριοθετούν σε μεγάλο βαθμό ακόμη και την προσέγγιση της πραγματικότητας.
Προϋπόθεση για την διαμόρφωση αυτών των συνθηκών ισορροπίας είναι η συνειδητοποίηση, ότι η μοντελοποίηση του ανθρώπου στο πλαίσιο της σύγχρονης πραγματικότητας των μαζικών κοινωνιών του θεάματος και της εμπορευματοποίησης των κοινωνικών σχέσεων προωθεί τον άνθρωπο-βιοαυτόματο και ένα μηχανιστικό Εγώ χωρίς ελευθερία βούλησης. Αυτή η λογική όμως παρακάμπτει το μεγάλο κέρδος της ιστορικής διαδρομής του ανθρώπου είτε στο ατομικό είτε στο συλλογικό επίπεδο, το οποίο είναι η κατάκτηση της ικανότητας της ενσυναίσθησης. Μπορεί να μπαίνει στη θέση του άλλου, όχι μόνο του εαυτού του, να κατανοεί τις απόψεις, τη στάση του και τα συναισθήματα του. Πάνω σε αυτά βασίζεται σε μεγάλο βαθμό και η κοινωνική συνοχή και όχι μόνο στην οικονομική διάσταση. Το ίδιο ισχύει και για τη λειτουργία της δημοκρατίας, η οποία στηρίζεται στο διάλογο και στη συναίνεση.

Γιορτή της Ενορίας Αγίου Ανδρέου Ντίσελντορφ

Γιορτή του Αγίου Ανδρέου ΝτίσελντορφΣτις 29 και 30 Νοεμβρίου η γιορτή της Ενορίας Αγίου Ανδρέου στο Ντίσελντορφ

Την Τετάρτη 29.11.2017 στις 18.00 ο Εσπερινός. Θα ακολουθήσει δεξίωση στο Ενοριακό Κέντρο.

Την Πέμπτη 30.11.2017 και ώρα 09.00 θα τελεστεί Αρχιερατική Θ. Λειτουργία και θα εκτεθούν σε προσκύνημα τα Ιερά Λείψανα του Πρωτοκλήτου.

Εδώ είναι η πρόσκληση της Ενορίας. Επίσης μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της Ενορίας Αγίου Ανδρέου Ντίσελντορφ agiosandreas.de.

Τελευταία άρθρα στην Ευρωσύνθεση

Όλα τα άρθρα στην κατηγορία Ευρωσύνθεση

Provoles.de