Ευρωσύνθεση - Σχόλια και σύντομες αναλύσεις για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Πολιτική/οι και πραγματικότητα

Τραγική η κατάσταση ενός πολύ μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας

Πολιτική/οι και πραγματικότηταΧρίστος Αλεξόπουλος
Ακούγοντας τον πρωθυπουργό της χώρας, στην επίσκεψη του στο Πυροσβεστικό Σώμα στις 20.10.2014, νομίζει κανείς, ότι η Ελλάδα αρχίζει να ανακάμπτει. «Αφήνουμε στο τέλος αυτής της κρίσης, το οποίο περνάμε αυτή την στιγμή, τα δύσκολα οριστικά πίσω μας, στο παρελθόν. Υπάρχει ένα μέλλον, που ανοίγει διάπλατα μπροστά μας». Ταυτοχρόνως η κυβέρνηση, λίγο πριν από την εκλογή Πρέδρου της Δημοκρατίας και τις δυσκολίες εξεύρεσης των απαπραίτητων 180 ψήφων για την επιτυχή έκβαση της διαδικασίας, επιδεικνύει σε λεκτικό επίπεδο μεγάλη βιασύνη για την έξοδο της χώρας από το Μνημόνιο, χωρίς να κοινοποιεί στον ελληνικό λαό το εναλλακτικό σχέδιο για την περαιτέρω πορεία.

Βεβαίως υπάρχει και η πίεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πλειοδοτεί σε αντιμνημονιακή ρητορική. Ο κοινοβουλευτικός του εκπρόσωπος διαβεβαιώνει, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση θα σκίσει το μνημόνιο σε μια νύχτα και θα βγάλει τη χώρα από την κρίση κάνοντας διαπραγματεύσεις με τους εταίρους και δανειστές πάνω σε ισότιμη βάση. Η τωρινή κυβέρνηση Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ υπηρετεί ξένα συμφέροντα και ακολουθεί ως πιστό σκυλάκι την κα. Merkel. Βεβαίως αξιόπιστο εναλλακτικό σχέδιο με μετρήσιμα αποτελέσματα ακόμα δεν έχει καταθέσει η αντιπολίτευση.

Το θέμα είναι, ότι το 2015 οι χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας ανέρχονται στο ποσό των 20 δις. ευρώ και μέχρι τώρα δεν διαφαίνεται αξιόπιστος τρόπος εξεύρεσης αυτού του ποσού ούτε από την κυβερνητική πλευρά ούτε από αυτήν της αντιπολίτευσης. Και οι αγορές περιμένουν στη γωνία. Οι όποιες καλές και ιδεοληπτικές προθέσεις είτε της κυβέρνησης είτε της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την έξοδο από την κρίση και την διασφάλιση της ευημερίας του ελληνικού λαού δεν αρκούν. Πολύ περισσότερο μάλιστα προκαλούν ερωτήματα για την σοβαρότητα και αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού προσωπικού. Ιδιαιτέρως μάλιστα, εάν προσεγγίσει κάποιος κριτικά τον τρόπο, που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί για την νομιμοποίηση του παρελθόντος, τα ερωτήματα πληθαίνουν και γίνονται αδυσώπητα σε σχέση με το μέλλον.

Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι διατυπώνονται σε άρθρο του ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ Ν. Ανδρουλάκη στην Εφημερίδα των Συντακτών (18.10.2014). Σύμφωνα με αυτό «....Στη 10ετία του 1980 οι μάζες των «μη προνομιούχων» δίνουν τη θέση τους στην πολυπληθέστερη μεσαία τάξη, που γνώρισε η χώρα. Η εκπλήρωση αυτού του στόχου επέτρεψε στο ΠΑΣΟΚ να φέρει σε πέρας τον δεύτερο κρίσιμο στόχο της Μεταπολίτευσης, αυτόν της ενσωμάτωσης της χώρας στο ευρωπαϊκό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο. Με την είσοδο στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση το ΠΑΣΟΚ εξασφάλισε, ότι η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε με τους καλύτερους δυνατούς όρους τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης....»

Κατ’αρχήν η εξιδανίκευση του παρελθόντος χρόνου δεν βοηθά καθόλου για μια ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας. Η δημιουργία της «πολυπληθέστερης μεσαίας τάξης, που γνώρισε η χώρα», βασίσθηκε σε ένα μη παραγωγικό οικονομικό μοντέλο υπερχρέωσης του κράτους. Γι’αυτό και τώρα προχωρεί συνεχώς η φτωχοποίηση της. Παράλληλα η ελληνική κοινωνία δεν απέκτησε δυναμικές κοινωνικές δομές, ενώ συνέχισε και εξάντλησε τα όρια του το φαινόμενο της διαφθοράς, η οποία έγινε πλέον δομικό στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας. Παράλληλη πορεία ακολούθησε και η κομματοκρατία, το πελατειακό κράτος και η συντεχνιακή λογική. Όλα αυτά τα στοιχεία δεν συνθέτουν την εικόνα μιάς σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας, η οποία στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης και του αντίστοιχου καταμερισμού εργασίας μπορεί να επιβιώσει και πολύ περισσότερο να ευημερήσει.

Το άκρως αρνητικό δε είναι, ότι ακόμα και σήμερα, μετά από περίπου πέντε πολύ σκληρά χρόνια για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, το πολιτικό σύστημα δεν συνειδητοποιεί τις παθογένειες του και αδυνατεί να κάνει τις αναγκαίες υπερβάσεις, ώστε μετά από συστηματικό διάλογο και συναινέσεις να οδηγήσει τον τόπο έξω από την κρίση και τη μιζέρια του προσανατολισμού στο παρελθόν για τη νομιμοποίηση του παρόντος. Η καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση είτε εντός είτε εκτός κοινοβουλίου το επιβεβαιώνει. Έχουμε φτάσει, ως κοινωνία, στο σημείο να ασχολούμαστε και να ανεχόμασστε να αναπτύσσεται δημόσιος διάλογος για το εάν χρηματίζονται οι βουλευτές, όταν γίνονται κρίσιμες ψηφοφορίες, όπως αυτή για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Στο πλαίσιο της λογικής της κοινωνίας του θεάματος όλα γίνονται ανεκτά, αρκεί να προκαλούν την περιέργεια των κοινωνικών μαζών, οι οποίες έχουν εκπαιδευθεί από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να λειτουργούν με αυτό τον τρόπο. Η αξιολόγηση των γεγονότων βασίζεται πλέον στην εντύπωση, που προκαλούν και όχι στο σημασιολογικό τους φορτίο και τις επιπτώσεις στην πραγματικότητα, κοινωνική, οικονομική και πολιτική. Γι’αυτό και η χειραγώγηση καλά κρατεί, ενώ κυριαρχούν οι «πολιτικοί της μπαρούφας», όπως πολύ εύστοχα διατύπωσε σε σατυρικό του σχόλιο ο «Εκσυγχρονιστής» της Μεταρρύθμισης.

Σταδιακά όμως η αναντιστοιχία πολιτικού λόγου και πραγματικότητας οδηγεί ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας σε αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος, όπως αυτό λειτουργεί σήμερα. Αν εξαιρεθεί το κομματικό ακροατήριο, η ελληνική κοινωνία έχει αρχίσει να βρίσκει τον πολιτικό διάλογο βαρετό και μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα. Το γεγονός αυτό οδηγεί όλο και περισσότερους πολίτες στην απομάκρυνση από την πολιτική, ενώ ταυτοχρόνως αποδυναμώνει επικίνδυνα τους δημοκρατικούς θεσμούς και το πολίτευμα αποκτά ένα καθαρά επιφανειακό περιεχόμενο ως προς την λειτουργία της δημοκρατίας. Για παράδειγμα είναι πολύ σημαντικό για ορισμένους «εκπροσώπους» του ελληνικού λαού να μπαίνει, όποιος θέλει, στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, αρκεί αυτό να μην γίνεται, όταν τα κομματικά του στελέχη στον πανεπιστημιακό χώρο αποφασίζουν να κάνουν κατάληψη στο πλαίσιο της προώθησης διεκδικήσεων τους. Δεν διαπιστώνεται όμως η ίδια μαχητικότητα για την έκφραση και διαπάλη των ιδεών στους χώρους της γνώσης και την περαιτέρω ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας στην Ελλάδα.

Εκεί που ο δείκτης μαχητικότητας πολιτικών και κομμάτων καταγράφει υψηλές τιμές είναι στην αντιπαράθεση σε σχέση με την αξιοπιστία και τις ικανότητες διακυβέρνησης των αντιπάλων. Υψηλές τιμές καταγράφει και ο δείκτης ανυπαρξίας στρατηγικής και μακροπρόθεσμου πολιτικού σχεδιασμού. Αυτό ισχύει για το σύνολο των πολιτικών σχηματισμών. Βέβαια από ιδεοληψίες και υποσχέσεις χωρίς μετρήσιμα μεγέθη ως προς το αποτέλεσμα τους πάμε καλά. Επίσης δεν υπάρχει κόμμα ή πολιτικό πρόσωπο, που να μην «πονάει» και να «οδύρεται» στο πλευρό του «ταλαιπωρημένου ελληνικού λαού» και να ορκίζεται, ότι θα κάνει τα πάντα για να «ανατείλει ο ήλιος της ευημερίας» και σε αυτό τον «ιερό και ένδοξο» τόπο.

Πως να μην συμπεριφερθεί με αυτό τον τρόπο, όταν η κοινωνία βρίσκεται στα όρια της; Έχουν πολύ ενδιαφέρον ορισμένα στοιχεία, τα οποία έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (δελτίο τύπου, 13.10.2014).

• Τα νοικοκυριά που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας εκτιμώνται σε 892.763 και τα μέλη τους σε 2.529.005

• Ο κίνδυνος φτώχειας για παιδιά ηλικίας 0 – 17 ετών (παιδική φτώχεια) ανέρχεται σε 28,8 % και είναι υψηλότερος κατά 5,7 ποσοστιαίες μονάδες από το αντίστοιχο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού.

• Ο πληθυσμός που διαβιεί σε νοικοκυριά που δεν εργάζεται κανένα μέλος ή εργάζεται λιγότερο από 3 μήνες συνολικά το έτος, ανέρχεται σε 1.200.800 άτομα ή 19,6 % του πληθυσμού ηλικίας 18 – 59 ετών, ενώ το προηγούμενο έτος (2012) ανερχόταν σε 1.010.900 άτομα.

Αυτά τα στοιχεία από το ένα μέρος δείχνουν την τραγική κατάσταση ενός πολύ μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας (παιδική φτώχεια, το 1/3 των παραγωγικών ηλικιών είναι εκτός εργασίας) και από το άλλο την ευθύνη και ταυτοχρόνως ανεπάρκεια του πολιτικού συστήματος και ιδιαιτέρως όσων χειρίσθηκαν κυβερνητική εξουσία. Δυστυχώς μόνο αυτό έκαναν. Δεν κυβέρνησαν αυτή τη χώρα.

Τα αποτελέσματα αυτής της ανεπάρκειας δεν αναιρούνται ούτε με την ωραιοποίηση των πολιτικών χειρισμών του παρελθόντος ή την επίκληση της μη συμμετοχής στην διαχείριση κυβερνητικής εξουσίας ούτε με την προσπάθεια των μεν να βγάλουν ανίκανους τους δε ή την ιδεοληπτικού χαρακτήρα υποσχεσιολογία για ένα καλύτερο μέλλον, χωρίς συγκεκριμένο μακροπρόθεσμο οδικό χάρτη με μετρήσιμα αποτελέσματα σε κάθε χρονικό σημείο αυτής της διαδρομής. Είναι δε ζωτικής σημασίας η αποκατάσταση σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικού συστήματος και πολιτών, η οποία θα βασίζεται σε ορθολογικό και με ρεαλιστικά χαρακτηριστικά διάλογο, ώστε ο πολίτης να μπορεί να κρίνει και να αποφασίζει με τη λογική και όχι με το θυμικό και τις εξιδανικεύσεις. Μόνο έτσι θα ισορροπήσει λειτουργικά η σχέση πολιτικής/ων και πραγματικότητας.

Ο Χρίστος Αλεξόπουλος είναι ερευνητής Κοινωνιολόγος

 

Όλα τα άρθρα στην κατηγορία Ευρωσύνθεση

Provoles.de