Ευρωσύνθεση - Σχόλια και σύντομες αναλύσεις για το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Πολιτικός δυϊσμός

Η ουσιαστική πολιτική στην Ελλάδα είναι απούσα.

Πολιτικός δυϊσμόςΧρίστος Αλεξόπουλος
Είναι πλέον γεγονός και μάλιστα αποδεκτό και στο κοινωνικό πεδίο, ότι η πολιτική κινείται σε δύο επίπεδα, το επικοινωνιακό και το ουσιαστικό. Στο πρώτο διαμορφώνονται συνθήκες άσκησης πολιτικής επιρροής στο κοινωνικό σώμα και στο δεύτερο λαμβάνονται οι ουσιαστικές αποφάσεις, οι οποίες δρομολογούν εξελίξεις. Το πρώτο επίπεδο, δηλαδή το επικοινωνιακό, γίνεται άμεσα ορατό, διότι κινείται στο προσκήνιο, ενώ το δεύτερο, δηλαδή το ουσιαστικό, παίρνει μορφή σε βάθος χρόνου, διότι σε πρώτη φάση δεν υπερβαίνει τα όρια του παρασκηνίου, ενώ οι επιπτώσεις των αποφάσεων συγκεκριμενοποιούνται αργότερα ανάλογα με την εξέλιξη και τον μετασχηματισμό των κοινωνικών συνθηκών.

Βεβαίως στο μεσοδιάστημα, μέχρι η ουσιαστική πολιτική να αρχίσει να γίνεται ορατή από τις κοινωνικές μάζες, αξιοποιείται, από όσους διαχειρίζονται κυβερνητική εξουσία κυρίως, το εργαλείο των διαρροών με στόχο την διαπίστωση των αντιδράσεων, θετικών ή αρνητικών. Αυτό δεν σημαίνει, ότι οι τυχόν αρνητικές αντιδράσεις θα συντελέσουν στην αλλαγή πολιτικής. Συνήθως αλλάζει το «περιτύλιγμα», ώστε η επίσημη αναγγελία των αποφάσεων να βρίσκει ανταπόκριση, σε όσο γίνεται ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Και αυτό δεν επιτυγχάνεται, όταν οι προτάσεις απευθύνονται στη λογική και στη γνώση της πραγματικότητας στο επίπεδο των πολιτών. Το κενό της έλλειψης ορθολογικής προσέγγισης του πολιτικού γίγνεσθαι από τους πολίτες καλύπτεται με την καλλιέργεια φαντασιώσεων σε σχέση με το μέλλον. Γι’αυτό ο πολιτικός λόγος είναι γενικευτικός και απευθύνεται στο θυμικό.

Ενώ η επικοινωνιακή πολιτική στοχεύει στην καλλιέργεια φαντασιώσεων και βασίζεται στο θυμικό, η ουσιαστική πολιτική ασχολείται με τον σχεδιασμό του μέλλοντος και εδράζεται στον ορθολογισμό. Σε χώρες, όπως η Ελλάδα, αυτός ο πολιτικός δυϊσμός δεν υφίσταται, διότι το πολιτικό σύστημα στηρίζει την πολιτική του λειτουργία είτε στην διαχείριση κυβερνητικής εξουσίας είτε στην ιδεοληπτικού χαρακτήρα επικοινωνιακή δραστηριοποίηση είτε σε συνδυασμό και των δύο ανάλογα με το ρόλο, κυβερνητικό ή αντιπολιτευτικό. Γι’αυτό και ο αποδέκτης των μηνυμάτων αυτής της λειτουργίας είναι οι κοινωνικές μάζες και όχι οι διάφορες οικονομικές και πολιτικές ελίτ, οι οποίες με λογική κερδοσκοπική παίζουν ουσιαστικό ρόλο σε σχέση με την λήψη αποφάσεων, που δεσμεύουν το μέλλον σύμφωνα με το δικό τους και όχι το κοινωνικό συμφέρον. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τον μη βιώσιμο και παραγωγικό τρόπο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, αλλά και το μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης, το οποίο δεν επιτρέπει την απόκτηση σύγχρονης δυναμικής. Οι κοινωνικές δομές είναι στατικές και προσανατολισμένες στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η υπέρβαση των παθογενειών της κοινωνίας, από την κομματοκρατία και τη συντεχνιακή λογική μέχρι το πελατειακό σύστημα. Ταυτοχρόνως δεν αξιοποιούνται οι δυνατότητες της επιστημονικής γνώσης και των τεχνολογικών εφαρμογών με λειτουργικό τρόπο για τα διάφορα κοινωνικά συστήματα. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο χώρος της δημόσιας διοίκησης, ο οποίος παραμένει δυσκίνητος και μη λειτουργικός. Η ουσιαστική πολιτική στην Ελλάδα είναι απούσα. Γι’αυτό και ο μετασχηματισμός της κοινωνίας με στόχο την απόκτηση δημιουργικών ποιοτικών χαρακτηριστικών δεν πραγματοποιείται.

Σταδιακά η πολιτική απομακρύνεται από τους πολίτες και στο πλαίσιο της παγιοποιημένης πλέον λογικής της κοινωνίας του θεάματος αποκτά κυρίαρχο ρόλο η επικοινωνιακή της διαχείριση. Με αυτό τον τρόπο όμως οι πολίτες μετατρέπονται σε χειροκροτητές πολιτικών μηνυμάτων, τα οποία στοχεύουν στη δημιουργία ψευδαισθήσεων σε σχέση με το μέλλον. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πλασματική πραγματικότητα, η οποία δημιουργείται από όλες τις πλευρές στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών ή καλύτερα των δανειστών και εταίρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τόσο η μια όσο και η άλλη πλευρά προσπαθούν να διαμορφώσουν σε επικοινωνιακό επίπεδο συνθήκες αποδοχής των προτεινόμενων πολιτικών χωρίς να εξειδικεύουν και να συγκεκριμενοποιούν το περιεχόμενο τους με τρόπο, ο οποίος θα ενεργοποιήσει στους πολίτες την προσέγγιση τους με τη λογική. Ο στόχος είναι η πρόκληση φόβου και ανασφάλειας ως προς τις επιπτώσεις των προτάσεων της άλλης πλευράς, ώστε οι κοινωνικές μάζες να επηρεασθούν ανάλογα. Η λογική αυτή αναπαράγεται βέβαια από το σύνολο των κομμάτων, τα οποία συνθέτουν το πολιτικό σύστημα, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης για την διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Σε αυτή την προσπάθεια δεν υπάρχουν όρια στον λαϊκισμό, ο οποίος χαρακτηρίζει τον «πολιτικό διάλογο». Το ελληνικό κοινοβούλιο μετατρέπεται σε «πεζοδρόμιο» και ο εκχυδαϊσμός του λόγου ευδοκιμεί και συναρπάζει στην εικονική του αποτύπωση από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Ο λογαριασμός πληρώνεται αργότερα.

Ως προς την ποιότητα του «πολιτικού διαλόγου» στη Βουλή και τον πεζοδρομιακό λαϊκισμό, που τον χαρακτηρίζει, είναι πολύ χαριτωμένα δύο παραδείγματα από τη συζήτηση, που έγινε στις 24.04.2015 με θέμα την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για την υποχρεωτική μεταφορά των διαθέσιμων των φορέων γενικής κυβέρνησης σε λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδας. Ο υπουργός Εσωτερικών δημοσιοποίησε την εκτίμηση, που έχει για τους συναδέλφους του της Αντιπολίτευσης λέγοντας «Ξέρω εγώ να χτυπάω ρε μ….. Εντάξει;» Ο χαριτωμένος πολιτικός λόγος εκφέρεται και από την αντιπολίτευση. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας με μεγάλη λεπτότητα έκανε παρατήρηση σε συνάδελφο του, η οποία τώρα πολιτεύεται με τον ΣΥΡΙΖΑ (πριν με τους Ανεξάρτητους Έλληνες) λέγοντας «έχετε ζαλιστεί από τις πιρουέτες. Κάντε καμιά φωτογράφηση και μετά ελάτε να μιλήσετε». Εκείνο που δεν κάνει το πολιτικό σύστημα, τόσο η κυβερνητική όσο και η αντιπολιτευτική του εκδοχή, είναι να καταθέσει και να συζητήσει στη Βουλή συγκεκριμένες και κοστολογημένες προτάσεις για την εθνική ανασυγκρότηση, οικονομική και κοινωνική, ώστε η χώρα να αποκτήσει παραγωγική και ανταγωνιστική οικονομία και η κοινωνία να οικοδομήσει σύγχρονες δυναμικές δομές.

Γι’αυτό είναι ερμηνεύσιμη η αποστασιοποίηση των πολιτών από τα κόμματα. Σύμφωνα με έρευνα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) η προσέλευση ψηφοφόρων στις κάλπες, η οποία δείχνει την εμπιστοσύνη του λαού στο πολιτικό σύστημα και στην κυβέρνηση αλλά και την συμμετοχή των πολιτών στις δημοκρατικές πολιτικές διεργασίες ήταν 62 % στις πρόσφατες εκλογές, ενώ ο μέσος όρος των χωρών του Ο.Ο.Σ.Α. είναι 72 %. Στην Ελλάδα ο τομέας της ουσιαστικής πολιτικής είναι αδύναμος. Κυριαρχούν είτε ιδεοληψίες είτε οικονομικές ελίτ, οι οποίες υποκαθιστούν το ανεπαρκές πολιτικό σύστημα. Με αυτά τα δεδομένα η πορεία της χώρας θα είναι καταστροφική. Η επικοινωνιακή πολιτική δεν σώζει την κατάσταση.

Είναι επείγουσα και επιτακτική ανάγκη να αποκατασταθεί μια λειτουργική ισορροπία ανάμεσα στην επικοινωνιακή και στην ουσιαστική πολιτική. Αυτό μπορεί να γίνει, εάν παραμερισθούν τα αίτια, τα οποία οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση. Ο λαϊκισμός, κατ’αρχήν, ο οποίος χαρακτηρίζει το σύνολο των κομμάτων, πρέπει να εξουδετερωθεί. Ταυτοχρόνως σε μια παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα τόσο ως προς τη διακίνηση κεφαλαίων όσο και ως προς την εργασία δεν είναι λειτουργικό το πολιτικό σύστημα και η κοινωνία να κινούνται με εθνική οπτική. Παράλληλα η πυκνότητα του χρόνου λόγω της ταχύτατης παραγωγής και συσσώρευσης προϋποθέσεων (τεχνολογικών εφαρμογών, γεωπολιτικών εξελίξεων με πλανητικές επιπτώσεις κ.λ.π.) με αποτέλεσμα τα διάφορα κοινωνικά συστήματα, με πρώτο και καλύτερο το πολιτικό, να αδυνατούν να επεξεργαστούν νοητικά όλο το παραγόμενο φορτίο των πληροφοριών και δεδομένων, πρέπει να καλυφθεί με την δημιουργία ικανών τεχνοκρατικών μηχανισμών στις δομές των κομμάτων και του δημόσιου τομέα.

Εκτός όμως από τις μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα είναι αδήριτη ανάγκη να γίνουν αλλαγές και στο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Πρέπει να αντιμετωπισθεί το φαινόμενο του υψηλού βαθμού διαφοροποίησης των σύγχρονων κοινωνιών, το οποίο οδηγεί σε υπερφόρτωση του ατόμου με πληθώρα κοινωνικών ρόλων, οι οποίοι υπηρετούν κυρίως τα κοινωνικά συστήματα και έχουν ως επίπτωση την ανεπάρκεια του ελεύθερου χρόνου. Το άτομο επιβαρύνεται σε υπερβολικό βαθμό, με αποτέλεσμα να μην έχει χρόνο και κουράγιο να ασχοληθεί ενεργά με το πολιτικό γίγνεσθαι. Αρκείται στην «πολυθρόνα» και στην τηλεόραση. Σε αυτό το σημείο αρχίζει να ασκεί επιρροή η εικονική επικοινωνία, η οποία αδυνατεί να παρέχει συνολική θεώρηση της πραγματικότητας. Η προσέγγιση της είναι αποσπασματική και εξαντλείται σε αυτό, που μπορεί να αποτυπώσει η οπτική γωνία του τηλεοπτικού φακού και οι σκοπιμότητες, τις οποίες υπηρετεί. Γι’αυτό η εικονική πολιτική επικοινωνία έχει σε μεγάλο βαθμό χαρακτήρα χειραγώγησης. Το αντίδοτο θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι δυναμικές δομές της κοινωνίας πολιτών, οι οποίες μακριά από τα κόμματα και μετά από διάλογο στην κοινωνική βάση θα νομιμοποιούνταν να εκφράσουν το κοινωνικό συμφέρον.

Τέλος είναι σκόπιμο να επισημανθεί, ότι όλες αυτές οι αλλαγές πρέπει να γίνουν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το θέμα είναι όμως, εάν οι πολίτες και το σύνολο των κοινωνικών συστημάτων, με μπροστάρη το πολιτικό, είναι σε θέση να τις πραγματοποιήσουν, ώστε ο πολιτικός δυϊσμός να αποκτήσει λειτουργικότητα και η χώρα προοπτική. Εάν υπάρξει πολιτική σταθερότητα και συναίνεση, αυτό είναι εφικτό.

Ο Χρίστος Αλεξόπουλος είναι ερευνητής Κοινωνιολόγος

Τελευταία άρθρα στην Ευρωσύνθεση

Όλα τα άρθρα στην κατηγορία Ευρωσύνθεση

Provoles.de